περί κοινωνίας και πολιτείας

Με την ευκαιρία αυτής της μετά άγριου βασανισμού δολοφονίας θα ήθελα διαχωρίζοντας τους θύτες από τους …θεατές να πω, πως σε ό, τι αφορά τους πρώτους, καμία έκπληξη, για τον τόπο που σεβαστό μέρος του υποστηρίζει ψηφίζοντας τη χρυσή αυγή βασανισμούς και εκτελέσεις αλλοδαπών, τον ίδιο τόπο που το 67-73 (απλώς πχ) βίαζαν, βασάνιζαν και δολοφονούσαν – τα περί πολιτισμένης ευρωπαϊκής Ελλάδας γι αυτούς που έχουν το κεφάλι στην άμμο διαρκώς-. Η αντίδραση κοινωνίας και συντεταγμένης πολιτείας όμως είναι ένα άλλο ζήτημα. Η ψυχρολουσία ξεκίνησε από την κοινωνική απάθεια όπου στο διαδίκτυο βρίθουν τα «χαλαρώστε- του άξιζε – μην κάνετε έτσι». Θα ήθελα απλώς να πω πως η συνειδητή αποδοχή θανατικής ποινής, αυτοδικίας και άγριου βασανισμού σε πακέτο, μας οδηγεί σε τέτοιο μαύρο σκοτάδι , που δύσκολα συναντάς είτε στο μεσαίωνα είτε στους ανθρώπους των σπηλαίων που όπως νομίζω σκότωναν για την επιβίωσή τους. Ακόμα και στο υπόλοιπο ζωικό βασίλειο οι σκοτωμοί έχουν να κάνουν με την τροφική αλυσίδα και δεν απαντώνται φαινόμενα ψυχαγωγίας με βασανισμούς. Αυτά για μια κοινωνία στην οποία δυστυχώς πρέπει να ζούμε μαζί τους, όσοι διατηρούμε ίχνη ανθρώπινης υπόστασης. Σε ό, τι αφορά την πολιτεία τώρα, η ανόητη, υπέρμετρη αισιοδοξία μου με κάνει να πιστεύω πως κάπου θα υπάρχει κάποια εισαγγελική αρχή με τσίπα να σώσει ό, τι σώζεται. Δηλαδή να σαρώσει όλους τους σταθμούς και τη διαδρομή του βασανισμού, να ερευνήσει τους πάντες και τα πάντα μέχρι να τιμωρηθούν τα τέρατα αυτά με ποινή που δυστυχώς σε μια ευνομούμενη πολιτεία δεν μπορεί να αναλογεί στις πράξεις τους.
ΥΓ1 χωρίς να σημαίνει κάτι αυτό, δεν ήταν καν ένας φονιάς για πλάκα σαν κι αυτούς, αλλά κάποιος που σκότωσε όποιον βρήκε μπροστά του ύστερα από αυτά που τραβούσε από αυτούς.
ΥΓ2 Παρόλο που τις μεταγλωττίζω και τις ερμηνεύω, αυτές οι δηλώσεις απάθειας , ανοχής ή και υποστήριξης δεν είναι για μένα παρά άναρθρες κραυγές πιθήκων στα κλαδιά, αδικώντας φυσικά το συμπαθές είδος.

Posted in Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

Η Ελλαδα μεσα μας ή η Κα Αθηνα Αλεξανδρατου

10 Αυγούστου 2013 στις 11:37 μ.μ.

Παρασκευή  9 Αυγούστου2013.  Το φεστιβάλ στα προσεισμικάΒλαχάτα έχει αρχίσει.  Περιφέρομαι σταφωταγωγημένα ερείπια και σε ένα από αυτά η χαρισματική φωτογράφος έχειαναρτήσει έκθεση. Μπαίνοντας βλέπω σε μια γωνία ένα ηχείο από όπου ακούγεται ηφωνή …της δυο χρόνια πεθαμένης μάνας μου! Όταν συνέρχομαι ρωτάω την κοπέλα και μου εξηγεί. Είχε προ ημερώνηχογραφήσει μια επιζώσα γερόντισσα ετών 103, συνομήλικη  της μάνας μου, όπου αυτή αφηγείτο ιστορίεςαπό το σεισμό αλλά και τα δεινά που επακολούθησαν, κι όλα αυτά εύχαρις σαν ναμιλούσε για κάποιο πανηγύρι. Είναι δεδομένο πως οι κεφαλονίτισσες  γερόντισσες μιλούν την ίδια ντοπιολαλιάόμως  η περίπτωση εδώ ήταν μοναδική.Ολόιδια χροιά με τη μάνα μου, ίδιες λέξεις, ίδιο σκέρτσο, ίδια επιφωνήματα, μαπάνω από όλα ίδια χαρισματική αφήγηση, παραμυθού που ξεφεύγει έντεχνα από τοθέμα για να πει το άλλο που θέλει μα επιστρέφει με συνέπεια σαν να διαβάζεικείμενο μετρημένο και διορθωμένο.

Το υπόλοιπο της νύχτας κύλησε πάνω σε αυτό το περιστατικόκαι την άλλη μέρα  πήρα ένα ταψάκι γλυκάκαι πήγα να τη βρω, εκεί που μου είπαν πως ήταν το σπίτι της. Δεν κατάλαβε στηναρχή περί τίνος πρόκειται  – ήταν καιασυνήθιστη σε επισκέψεις, μιας και η γενιά της έχει χαθεί προ πολλού και οι πιοπολλοί από εμάς πιστεύουμε πως οι γέροντες δεν έχουν να πουν τίποτα και τουςμιλάμε πού και πού από συμπόνια – όμως σε λίγο της εξήγησα, κι αφού πρώτασυγκινήθηκε, πήρε έπειτα φωτιά.  Άρχισενα μου μιλάει για τα πάντα, για δυστυχίες και χαρές , για καταστροφές καιπροκοπή , για την κατοχή και το  ΄53. Κιόλα αυτά σε μια γλώσσα γεμάτη φως και ζωή, μια γλώσσα που έχουμε ξεχάσει στασχολεία της παρακμής και στην ξύλινη γλώσσα των πολιτικάντηδων και της  TV.  Μιλούσε ασταμάτητα κιόλη την ώρα μου κρατούσε τα χέρια σφιχτά και πού και πού έκλαιγε ώσπου  έκλαψα κι εγώ , χωρίς να ξέρω αν έκλαψα γιαόσα χάσαμε ή από όσα ξύπνησαν μέσα μου.

Έφυγα από το σπίτι της με μια πρωτόγνωρη ανάταση,  με μιαν ελπίδα έφηβη και δροσερή καισκεφτόμουν διαρκώς πως μπορεί να είμαστε με το πρόσωπο στο  πάτωμα, μπορεί να μην φαίνεται πουθενάδιέξοδο, μπορεί το όποιο όχημα ανατροπής να μην λάμπει στο φως ή ακόμα και ναμπάζει νερά, υπάρχει όμως κάτι ακόμα από όπου μπορούμε να πιαστούμε, κάτιέσχατο, η Ελλάδα μέσα μας. Η Ελλάδα αυτών που την αγαπούν βαθειά κι όχι αυτήπου σφετερίζονται τα ανθρωπόμορφα φασιστοειδή, η Ελλάδα που έσπειραν ο παππούςμου και η γιαγιά σου, αυτή που έχτισαν πέτρα πέτρα μετά από τόσες δυστυχίες οπατέρας σου και η μάνα μου, η Ελλάδα στην περιφορά από σπίτι σε σπίτι τουρασοφόρου  παππούλη  που συγκινεί και εμάς τους αγνωστικιστές, ηΕλλάδα σε κλίμακες βυζαντινές που φωλιάζουν ακόμα και μέσα σε εμάς που ακούγαμεπάντα δυτικότροπη μουσική, η Ελλάδα της λιακάδας και του γαλάζιου πουσυκοφαντήθηκε τόσο από εξουσίες μισαλλόδοξες και προδοτικά ανάξιες, η Ελλάδατης Κυρίας ΑΘΗΝΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΤΟΥ. Είναι αλήθεια πως οι αρχαίοι πρόγονοί μας  – πολιτισμικά βεβαίως, μακριά από εμάς ηγενετική- υπερασπίστηκαν γενναία τη δυτική σκέψη ενάντια σε μια θεοκρατική καιδεσποτική ανατολή. Μόνο που εκείνο το πνεύμα που γέννησε τον πολιτισμό τηςδύσης δεν μοιάζει σε τίποτα με το τέρας των αγορών και του τραπεζικούσυστήματος, αυτού που έχει στερήσει στους αναξιοπαθούντες λαούς της δύσης ταπιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, της εργασίας, της μόρφωσης, ακόμα και εκείνουτης επιβίωσης, ενώ πασχίζει καθημερινά – και με επιτυχία δυστυχώς- να μαςπείσει πως δεν υπάρχει άλλη ζωή έξω από αυτή τη φυλακή, μακριά από αυτούς καιτα άνομα λεφτά τους.  Έφυγα από το σπίτιτης κυρίας Αθηνάς με την πεποίθηση  πως ηΕλλάδα μέσα μας είναι το μεγάλο όπλο αντίστασης για να μην τελειώσουμεπροσκυνημένοι στη νέα, πολύ πιο αμείλικτη, Μεγάλη Πύλη, ξεριζωμένοι χωρίςμνήμες, δίχως χθες και αύριο

Posted in Uncategorized, views | Γράψτε ένα σχόλιο

Παπαδημος και Παπαλαμπραινα

Ο Παπα-δημος είναι γνησιο, αξιο και πιστο τεκνο της Ευρωπης. Του αιμοσταγους πολιτισμου (σε ο,τι αφορα την εξουσια βεβαιως βεβαιως) που υστερα από τοσους αιμοφυρτους αιωνες  απαλλαξε –ετσι λεει- το σπιτι του από φτωχεια και πολεμο αφου επιτυχως τα ξαποστειλε σε αναξιους, αξιοπαθεις γειτονες. Αυτου που μας απαλλαξε από θρησκευτικες διαφορές και μιση οριζοντας ως μονο και αξιοπιστο θεο το τραπεζικο συστημα.

Ο Παπα-δημος ως εκ τουτου δεν εχει πλεον καμια γενετικη, ιστορικη ή πολιτικη συνεχεια με την ….Παπα- λαμπραινα.  Καπου στο δρομο χαθηκε για παντα του μυθου η κλωστη αφηνοντας μας εκκρεμεις και δακρυοντες.

Posted in Uncategorized, views | Γράψτε ένα σχόλιο

Μνημονια και παρατες

Δυο λογια από έναν εραστη του Νταντον που όταν ζοριζεται πολύ χανει το μπαλακι και αλλοιθωριζει προς τον Ροβεσπιερο.

 

 

Με αφορμη το κερασάκι του δημοψηφίσματος προσθήκη στα κερασακια των καιρων που ακολουθησαν τοσες δεκαετιες πολιτικου  τυχοδιωκτισμου εκανα για μια ακομα φορα τη διαπίστωση πως η πιο μεγαλη δυστυχια αυτου του τοπου είναι πως στερηθηκε και στερειται παντελως αυτου που ονομάζουν εθνικη αστικη ταξη. Καποιων ηγετων, ναι μεν αστων, συχνα δεξιων, που θα ειχαν όμως το αναστημα να πασχισουν για μια πιο ορθια Ελλαδα, πατριωτες δηλαδη έστω κιαν ταξικα απεχθεις.

Ουτε Ντε Γκολ ( που ειχε το θαρρος να φυγει από την Αλγερια για το καλο της Γαλλιας), ουτε Βιλλυ Μπραντ, ουτε Πάλμε, ουτε καν έναν Μιττεραν (που σιγουρα αφησε τη Γαλλια σε καλυτερη κατασταση από οσο τη βρηκε). Αποτελει ένα μυστηριο για μενα πώς ενας τοπος ποιητων, αγωνιστων και τοσο φωτεινων Ελληνων, πώς η πατριδα του Μανωλη Γλεζου, του Ελυτη και του Σεφερη, του Παπανικολαου ή του Μανου δεν αξιωθηκε μια αγαπη μεγαλυτερη , κατι καλυτερο από τους Παπανδρεηδες και τους Καραμανληδες.

Είναι φανερο πως ο ταλαιπωρημενος ελληνικος λαος χειραγωγηθηκε ασχημα. Εφαγε ονειρα ψευτικης ευημεριας, παραμυθιαστηκε από την κουλτουρα του Καγκουρα που στα μπουζουκια και σε μια καταναλωση πολύ μεγαλυτερη από τις αληθινες του δυναμεις, χλευασε τους χαζοφραγκους που δεν ξερουν να ζησουν. Είναι αληθεια πως την εξουσια αυτή την στηριξε η μανα μου η Κατινα και ο πατερας σου ο Τασος μα το δικαστηριο στηνεται για τον πλανευτη και όχι για τον αποπλανημενο. Ψευτικα λογια, ρουσφετια και διαπαιδαγωγιση για απατη, λαμογιά και κομπινα,ανοδος με μονη μεθοδο το ριξιμο του αλλου αποτελεσε για δεκαετιες την εθνικη μας κουλτουρα. Κανεις μας αμετοχος σ’αυτο ουτε φυσικα η συγχρονη αριστερα που αδιαφορησε για την ελλαδα μπροστα στους ατελειωτους εμφυλιους της και τους πνευματικους αυνανισμους. ( Ουτε έναν Γκραμσι δεν αξιωθηκαμε). Και τωρα;

Με αφηνει αναυδο το γεγονος που ουτε και αυτή την υστατη ωρα μιας ανεπανορθωτης πιθανως καταστροφης η εξουσια συνεχιζει να παιζει παιχνιδια εξουσιας αδιαφορωντας παγερα για το αυριο, για το αν το ονομα τους θα μεινει καταπτυστο στη ιστορια. Μιλαω φυσικα γιαν ολους γιατι δεν πειθομαι πως οι ΝουΔουδες θα ειχαν πραξει διαφορετικα, Ειχαν αλλωστε την ευκαιρια τους και μαλιστα όταν τα πραγματα ηταν λιγοτερο οδυνηρά. Μια στρατια από βουλευτες ανθρωπακια δεν τολμουν να διακινδυνευσουν την …πολιτικη στεγη και καποιοι πασοκοι..διαννοούμενοι σαν τον κυριο Κανελλη όχι μονο υπερασπιζονται τα καταπτυστα  (που θα ηταν δημοκρατικο τους δικαιωμα) μα λυσσομανουν με υβρεις και καρατομησεις φιλων εναντια σε κάθε εντονη αντιδραση κατι που καταμαρτυρα πως η ενοχη παιρνει διαστασεις. Αυτές οι μυξες για την ασεβεια στην εθνικη επαιτειο να τελειωσουν, ενας που κατεβασε σημαια γερμανων από την ακροπολη σας τα ειπε όλα. Δεν φοβαστε μην σηκωθει από τον ταφο η Ηρω Κωνσταντιπουλου η ο Γεωργιος Καραισκακης και σας πω εγω για τις παρατες και τις πλαστικες σημαιες;

Δεν είναι βεβαια η πρωτη φορα που οι απογονοι των εθνικων μειοδοτων καπηλευονται τους αγωνες των ελληνων με κορωνες και προσηλωση στα..τελετουργικα.

Και τωρα;

Δεν είναι πως ειμαστε στον πατο είναι πως κοιταμε ακομα προς τα κατω. Το ζητημα είναι, πολύ περισσοτερο από το αν θα φαμε μνημονιο 20ετιας ή θα δραχμοπτωχευσουμε, η αναζητηση ελπιδας, η οποια κατά την ταπεινη μου γνωμη δεν μπορει να αναζητηθει πουθενα αλλου παρα στην ανατροπη όχι μονο αυτου του πολιτικου συστηματος μα και αυτης της νεοελληνικης καγκουροκουλτουρας. Ξερω πως γερικο σκυλι δεν μαθαινει νεα κολπα μα ευτυχως γερναμε και παμε στην ευχη και ισως οι νεες γενιες να δουν τη ζωη από άλλη σκοπια και όχι την κακομοιρικη την μετακατοχικη(ο,τι αρπαξουμε). Ϊσως τωρα που ξυλωθηκε η ψευτικη ευημερια μας να είναι η μεγαλη ευκαιρια, τιποτα άλλο αισιοδοξο δεν μπορω να διακρινω στοβαθος.

Ξερω πως αυτό που ευχομαι είναι κατι που προσκρουει στην ανασφαλεια μπροστα στο αγνωστο μα η μονη μας ελπιδα είναι μια βουλη χωρις κανεναν από αυτους πια κιας την πληρωσουν κι αυτοι που δεν εφταιξαν. Δεν θα τους στησουμε δα στον τοιχο, να πανε σπιτια τους να χαρουν τα λεφτα τους ζηταμε.

 

 

ΥΓ τα κατωθι την εποχη που οι παπουδες αυτων που κοπτονται τωρα για τις παρατες φορουσαν σβαστιγγα.

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, η οποία γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1927 και πέθανε στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 σε ηλικία 17 χρονών, ήταν αγωνίστρια της εθνικής αντίστασης.

Οι γονείς της ήταν από τη Σπάρτη. Η ίδια γεννήθηκε κι έζησε στην Αθήνα. Ήταν μαθήτρια Γυμνασίου και οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, όπου είχε αναπτύξει έντονη απελευθερωτική δράση, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και όταν τη βασάνιζαν οι χιτλερικοί στην οδό Μέρλιν, όπου βρισκόταν το αρχηγείο της Κομαντατούρ, αναφέρεται ότι τους “μαστίγωνε” στη γλώσσα τους.

Όταν συλλαμβάνεται για πρώτη φορά, ο εύπορος πατέρας της καταφέρνει να την ελευθερώσει. Λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών, συμμετέχει στην ανατίναξη ενός τρένου που μετέφερε πυρομαχικά και ξανά συλλαμβάνεται στις 31 Ιουλίου 1944. Εκείνη τη μέρα είχε τελειώσει τις απολυτήριες εξετάσεις του Γυμνασίου. Επί τέσσερα μερόνυχτα τη βασάνιζαν να μαρτυρήσει τους συνεργάτες της. Αλλά ούτε τα βασανιστήρια ούτε οι δελεαστικές προτάσεις που τις έκαναν απέδωσαν.

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, μαζί με άλλους 49 κρατούμενους, οδηγήθηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η ζωή της έγινε ταινία το 1981 με τίτλο “17 σφαίρες για έναν άγγελο, η αληθινή ιστορία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου”

 

Posted in Uncategorized, views | 2 σχόλια

περι ελπιδας

μιλαω τελευταια συνεχεια με εικοσαρηδες και διακρίνω ως εκ θαύματος μια υφερπουσα, με ταση για περιρρεουσα αισιοδοξια. Κατι που δειχνει να πηγαζει από το αρχεγονο ενστικτο της επιβιωσης. Αρνουνται πια να μενουν βυθισμενοι σε αγωνια και απογνωση, ξεροντας πως κανεις δεν θα τους αποζημιωσει ποτε για τη χαμενη εποχη, την βιασμενη από ολους τους μεγαλους νεοτητα τους. θα προτιμουσαν να είναι ληστες στα ορη, ρεμπελοι,  παρα τη συνεργεια με την αθλιοτητα των αστικων κομματων και την θλιβερη παρακμη μιας αλαλης αριστερας, δηλαδη την απολυτη ελλειψη ελπιδας.  Στο κατω κατω ειναι οι μονοι αθωοι. «Αφου δε μας σεβεται κανεις καλυτερα να μας φοβουνται» μου ειπε καποια. Αυριο θα χυνουν μελανι παλι για τα αιτια του παραβατισμου η της…τρομοκρατιας. Το συνθημα του Μαη «μην εμπιστευεσαι κανεναν πανω από 30» δεν ηταν ποτε πιο επικαιρο.

Posted in Uncategorized, views | Γράψτε ένα σχόλιο

Leo Ferre avec le temps

 

Avec le temps
Avec le temps…
Avec le temps, va, tout s’en va
On oublie le visage et l’on oublie la voix
Le coeur quand a bat plus, c’est pas la peine d’aller
Chercher plus loin, faut laisser faire et c’est trs bien
Avec le temps…
Avec le temps, va, tout s’en va
L’autre qu’on adorait, qu’on cherchait sous la pluie
L’autre qu’on devinait au dtour d’un regard
Entre les mots, entre les lignes et sous le fard
D’un serment maquill qui s’en va faire sa nuit
Avec le temps tout s’vanouit
Avec le temps…
Avec le temps, va, tout s’en va
Mm’ les plus chouett’s souv’nirs a t’a un’ de ces gueules
A la Gal’rie j’Farfouille dans les rayons d’la mort
Le samedi soir quand la tendresse s’en va tout’ seule
Avec le temps…
Avec le temps, va, tout s’en va
L’autre qui l’on croyait, pour un rhume, pour un rien
L’autre qui l’on donnait du vent et des bijoux
Pour qui l’on et vendu son me pour quelques sous
Devant quoi l’on s’trainait comme trainent les chiens
Avec le temps, va, tout va bien
Avec le temps…
Avec le temps, va, tout s’en va
On oublie les passions et l’on oublie les voix
Qui vous disaient tout bas les mots des pauvres gens
Ne rentre pas trop tard, surtout ne prend pas froid
Avec le temps…
Avec le temps, va, tout s’en va
Et l’on se sent blanchi comme un cheval fourbu
Et l’on se sent glac dans un lit de hasard
Et l’on se sent tout seul peut-tre mais peinard
Et l’on se sent flou par les annes perdues
Alors vraiment
Avec le temps on n’aime plus.

 

Posted in music, Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

…διαβάζοντας απο το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Καγγελάρη ” Ο Σπούτνικ ταξιδεύει ακόμα”

“Ο πιο μεγάλος μου εφιάλτης ήταν οι επισκέψεις. Περπάτημα σε άδειους κυριακάτικους δρόμους, κρατημένος από το χέρι -κάτι που απεχθανόμουν ιδιαίτερα- στρίμωγμα σε λεωφορείο ανάμεσα σε κατηφή, εχθρικά πρόσωπα κι ύστερα να τριγυρνάω σε ξένο σπίτι, μακριά από τους δικούς μου χώρους και τα λιγοστά παιχνίδια μου που έκαναν την ερημιά που με πολιορκούσε πιο υποφερτή.
Αυτές οι επισκέψεις, ιδιαίτερα οι διαδρομές σε έρημους δρόμους μεσημεριάτικης σιέστας που τη νεκρική της σιγή αλλά και την απόλυτη απουσία ανθρώπων θρυμμάτιζαν ξεπηδώντας από τα χαμηλά ακόμα παράθυρα τα ραδιόφωνά τους, με εκφωνητές ποδοσφαιρικών αγώνων, αλλά και τραγούδια τόσο γκρίζα και θλιβερά όπως η ίδια η δεκαετία του ‘50, έκαναν την Κυριακή, παρά τη σχολική αργία, την εσχάτη των ποινών μου. Ακόμα και πολύ αργότερα θα με πήγαιναν εκείνα τα τραγούδια με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε μια εποχή που δεν ήθελα ούτε να θυμάμαι, βυθίζοντάς με σε πνιγηρή θλίψη. “

………………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………………

Φάνηκε σαν μικρό σημάδι στην αρχή, μακριά εκεί που έδειχνε να τελειώνει το νερό, σαν να ήρθε από το πουθενά, όπως από ταξίδι στο χρόνο, ή να αναδύθηκε ίσως από τα κύματα και καθώς πλησίαζε τόσο αργά, ώστε δεν καταλάβαινες αν έρχεται ή φεύγει, καθάριζε η εικόνα της ολοένα και πιο πολύ, ώσπου έφτασε μπροστά μας, σχεδόν ακούμπησε στο τραπέζι μας -θα έπαιρνα όρκο πως μας χαμογέλασε κιόλας- και τότε νιώσαμε βέβαιοι, πέρα από κάθε προπετή ενθουσιασμό και παρόρμηση της στιγμής, πως ήταν ό,τι ωραιότερο είχαμε δει έως τότε στη ζωή μας.

………………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………

..φως μικρο μου ταξιδιάρικο…

Μακριά απέναντι εμφανίζονταν, το ένα μετά το άλλο, τα μικρά φώτα, διάττοντες που έσβηναν πίσω μας το ίδιο βιαστικά όπως ήρθαν, χωρίς να προλαβαίνεις να συλλάβεις τη στιγμή της παρουσίας τους, όπως τόσες που σου έχουν διαφύγει και τις αναζητάς σε επικλήσεις επιμνημόσυνες. Κάθε τρεμόσβησμα έξω από το τζάμι, στο σκοτάδι, και η ίδια επαναλαμβανόμενη αγωνία μήπως εκεί ακριβώς είναι εκείνη που ζητάς, μα εσύ την προσπερνάς παραδομένος σε τροχιές λεωφορείων που σε παρασύρουν μακριά της.

……………………………………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………………………………..

Η Καλυψώ, σε μια εξέγερση της ψυχής που πετούσε ανάστατη δεξιά και αριστερά, αδέξια πτήση, πουλί στο παρθενικό του πέταγμα, και σ’ ένα σώμα που έτρεμε πέρα από κάθε έλεγχο, από τα δάχτυλα που γύριζαν και σφίγγονταν να γίνουν γροθιές έως τα χείλη που ψιθύριζαν ονόματα αγαπημένα, παρατημένα στην άβυσσο του χθες, έβρισκε σ’ετούτο το αποπνικτικό μεσημέρι του Ιουνίου τα κομμάτια που της έλειπαν. Ανακτούσε το χαμένο χρόνο.

…………………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………………….

Μέσα από το club Decadence ακουγόταν ρετρό δεκαετίας με τους James στα φόρτε τους και η Καλυψώ ευχήθηκε να βγει κάποιος να τη φωνάξει μέσα, μα η πόρτα παρέμενε πεισματικά κλειστή, σκληρό αντίποινο για τα χρόνια που είχε λείψει.
Άρχισε μια νοερή περιήγηση στο μαγαζί, από το ένα δωμάτιο στο άλλο, σαν να ήταν μέσα, για να τα βρει όλα στη θέση τους, από το μεταλλικό γλυπτό του Δον Κιχώτη και τα αυτοσχέδια έπιπλα, μέχρι τις τρελές επινοήσεις του Νίκου, το κομμωτήριο και το μανάβικο, και όταν έβγαινε κάποιος έξω, πάγωνε που τα πρόσωπα ήταν όλα ξένα κι άγνωστα, κάνοντας γι’ ακόμα μια φορά τη σκέψη πως τα αντικείμενα είναι πιο ανθεκτικά από τους ανθρώπους, καθώς μένουν πίσω μας όταν εμείς έχουμε φύγει πια

…………………………………………………………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………………………….

Το μεγάλο κόλπο είχε οριστεί για την Κυριακή το βράδυ. Θα συμμετείχαν μόνο τα μόνιμα, σταθερά μέλη της παρέας και από αυτούς, μόνο όσοι ήταν μέλη στο Βαρναβαϊκό, δηλαδή όλοι πλην του Αρκάδη. Το σχέδιο ήταν απλό. Θα ανοίγαμε το λουκέτο της σιδερένιας εξώπορτας με το δεύτερο κλειδί που είχε βουτήξει πριν από καιρό ο Γιώργος και το έψαχναν μέχρι που το ξέχασαν. Έξω στο δρόμο θα έμεναν ο Αντρέας ο Λόγκος στη μια γωνιά του τετραγώνου και ο Φίλης στην άλλη να κρατάνε τσίλιες και να μας προειδοποιούν όταν περνάει κανείς έξω απ’ το σχολείο. Το σύνθημα θα ήταν να σφυρίζουν το strangers in the night.

…………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………..

διαβάζει η ηθοποιός Αρκαδία Ψάλτη

……………………………………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………………………………

Και πράγματι το αριστούργημά μας ήταν ακουμπισμένο στο παγκάκι σαν σε βάση εκτόξευσης, έτοιμο και καθαρογραμμένο, πεζό αλλά με ποιητική διάθεση, ανάλαφρα λακωνικό αλλά περιεκτικό, λαμπερό αλλά αποπνέοντας συγχρόνως τη σκοτεινή απειλή ενός πύραυλου που σημαδεύει την πόλη.

Λίνα γεια σου.
Είσαι η πιο όμορφη και στο γράφουμε εμείς που ξέρουμε.
Πιστεύουμε ότι ταιριάζουμε πολύ και περιμένουμε να μας μιλήσεις.
Είσαι φτιαγμένη για μας κι εμείς για σένα. Σε περιμένουμε.

Περιμέναμε μισή ώρα να νυχτώσει ακόμα για τα καλά και μετά φτάσαμε σπίτι της. Δεν μπήκε καθόλου θέμα ποιος και τι. Τα δύσκολα και τα ηρωικά τα κρατούσε ο Γιώργος για τον εαυτό του. Γλίστρησε στον κήπο σαν το παιδί φάντασμα, έφτασε στο δωμάτιό της, αρπάχτηκε απ’ το περβάζι του παραθύρου με το ένα χέρι κάνοντας έλξη, και με το άλλο εξακόντισε τον πύραυλο από τα μισάνοιχτα παντζούρια μέσα, χωρίς να τον αποθαρρύνει το αναμμένο φως.

The Shadows – Theme for young lover

…………………………………………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………………………………………….

«Δεν έχεις ιδέα ε; Καλά, εφημερίδες δε διαβάζεις; Εδώ συρρέουν από όλα τα μέρη της Ελλάδας να δουν με τα μάτια τους το θαύμα». Η έκφρασή του ήταν τώρα ακόμα πιο κοροϊδευτική, μια μάσκα που της έβγαζε τη γλώσσα, και η Καλυψώ αμύνθηκε με το ίδιο ύφος.
«Σώπα! Δηλαδή;»
«Κάθε μέρα το αδειάζει ο ιδιοκτήτης από τα πράγματα του παλιού ένοικου και το ετοιμάζει για νοίκιασμα και κάθε πρωί ξαναβρίσκει τα έπιπλα στη θέση τους, πίσω. Δέκα μέτρα πιο κάτω είναι, δίπλα στη BP, πήγαινε να δεις μόνη σου αν θες» τόνισε τις λέξεις του θριαμβευτικά και αποχώρησε κλείνοντας το διάλογο κι έχοντάς της πετάξει το μπαλάκι.
Η Καλυψώ άνοιξε την πόρτα και ξαναβγήκε στον καυτό αέρα, μα στα πέντε βήματα την πρόλαβε η φωνή του Θέμη κι όπως γύρισε, τον είδε έξω στο πεζοδρόμιο, γερμένο στον κορμό της μουριάς, να απολαμβάνει τη σκιά της με τα χέρια στις τσέπες.
«Ε, μόντελ. Δε μας είπες. Από πού είσαι;»
«Μακάρι να ‘ξερα» του πέταξε τη ροκιά της, έτσι, να του τη σπάσει, αλλά αυτός έδειξε να το παίρνει πολύ σοβαρά.
«Από εδώ είσαι λοιπόν. Καλά το φαντάστηκα. Αργά ή γρήγορα επιστρέφουν όλοι στον τόπο τους».

……………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………

Περάσαμε μια περίοδο σιωπηλού δέους, ευλαβείς πιστοί που στο ιερό του χώρου και μπροστά στα μυστήρια του θείου δεν βγάζουν άχνα κι έπειτα πήραμε ξαφνικά μπροστά.
«Τι λαιμός είναι αυτός ρε μαλάκα μου, σα κύκνος είναι!»
«Και το δέρμα της, ρε, κοίτα το δέρμα της, άσπρο και διάφανο σαν πορσελάνη είναι, νομίζεις πως αν ακουμπήσεις, θα σπάσει».
«Κοίτα και το κούρεμα, κοντά σαν αγόρι, σαν την Τζην Σήμπεργκ στο “Με κομμένη την ανάσα”, ρε. Πού να κουρευτεί δικιά μας έτσι».
«Ρε, της μοιάζει κιόλας».
«Πιο όμορφη είναι, αυτή είναι και πιτσιρίκα».
«Και τα πόδια, δυο μέτρα είναι, ρε, θα μας ρίχνει ένα κεφάλι».
«Καλά αυτά είναι τα κομπλεξικά τα δικά σου».
Είχαμε χάσει πια την αίσθηση του χρόνου. Ο δίσκος βυθιζόταν τώρα βιαστικός, έχοντας καθυστερήσει όσο μπορούσε κι αυτός, να μη χάσει στιγμή από την παρουσία της. Σηκώθηκε όρθια κι ένα όργιο από χαμηλωμένα φώτα και αποδυναμωμένες σκιές άρχισε παιχνίδι στο σώμα της. Ύστερα μάζεψε την πετσέτα να φύγει, σημάδι πως ήταν ταμένη του ήλιου και πως τώρα πια δεν είχε κανένα λόγο να μένει άλλο εδώ, δηλαδή ότι για μας δεν περίσσευε τίποτα, κι άρχισε να απομακρύνεται βασανιστικά αργά, σαν να μας χάριζε, σε μια έξαρση γενναιοδωρίας, κάτι τελευταίο ενώ εμείς, για ανεξήγητους λόγους, μείναμε στο τραπεζάκι με τα πόδια νεκρά, στο έδαφος. Δεν την πήραμε από πίσω.

……………………………………………………………………………………………………………………..

……………………………………………………………………………………………………………………..

Κάτω στην αυλή απλωνόταν τώρα μια ησυχία εξοχής, απόκοσμα ξένη στα αφτιά παιδιού της πόλης, που τη διέκοπταν αραιά και πού, κάποιο απόμακρο χλιμίντρισμα, το νυχτοπούλι που αποχαιρετούσε τη μέρα και η φωνή της που γελούσε τώρα, θρυμματίζοντας τη δυσκολία της συνάντησής μας. Πίσω από το γέλιο της και κάτω από το φως πρώιμου δειλινού που χαμήλωνε βιαστικά να κάνει χώρο στο πρώτο ανυπόμονο αστέρι, αναδυόταν μπερδεμένη με εικόνα, ήχο και ερωτική επιθυμία, η μυρωδιά της φρέσκιας ντομάτας για τα χοντρά σπιτικά μακαρόνια και του φουρνιστού ψωμιού.

……………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………

Να λιώνεις με τη μπάλα κάτω από τον καυτό ήλιο στην παιδική χαρά, στο Μετς, δοκιμάζοντας τις αντοχές σου στα όρια, κι όταν καθόσουν δυο στιγμές στις κούνιες για ανάσες, να τρέχει το νερό, κρύο από το πλύσιμο στη βρύση κι ο ιδρώτας μαζί, ποτάμι επάνω σου, να χάνουν οι σφυγμοί σου το λογαριασμό και οι χτύποι της καρδιάς σου να ακούγονται έξω πια, μηνύματα στην κόρη του γάλλου μηχανικού απέναντι, και τότε, από όλους τους πόρους ανοιχτούς, να εισβάλλουν ορμητικά οι μυρωδιές, τα χρώματα και οι επιθυμίες, χωρίς να υποψιάζεσαι πως αυτό είναι η αληθινή ζωή και τίποτε άλλο, κι αμέσως μετά ξανά με τη μπάλα στο χέρι.
Το μεσημέρι στο κολυμβητήριο για δρόσισμα, να δούμε τα κορίτσια με μαγιό και να τους κάνουμε φιγούρα με βουτιές, κι ύστερα πάλι μπάλα μέχρι να σκοτεινιάσει, μια πίττα με ντονέρ στο χέρι -για δεύτερη δεν έφταναν τα ψιλά-, να κόψει λίγο η πείνα, να μη χασομερήσουμε για φαγητό στο σπίτι, να ‘ρθει το βράδυ με τις βόλτες στο Άλσος, η νύχτα με το γλυκό σκοτάδι και τα δικά της θαύματα.

……………………………………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………………………………………..
Ανέβασε η Μάντυ Κηπουργού

“Εγώ δεν κάνω κλίκες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Έκανα τα πάντα για να μας κρατήσω ενωμένες. Κάθισα μαζί σου γιατί ήσουν χάλια κι αυτή περνούσε καλά. Εσύ με είχες πιο πολλή ανάγκη, όμως τώρα μας χρειάζεται αυτή. Είναι να πεθάνει, το καταλαβαίνεις;. Εσύ τουλάχιστον βγήκες άθικτη από αυτή την ιστορία, εκείνη όχι”. “Άθικτη; Μα τι λες εδώ τώρα, τι στο διάολο εννοείς;” η Λένα θύμωσε. “Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Για το βρομερό τους το πράμα λέω, που θέλουν να το βάζουν μέσα μας”. Την είχε παρατήσει λοιπόν. Ένα κύμα θριάμβου με κατέλαβε, τόσο χαιρέκακο, που ντράπηκα αμέσως για τη μικροψυχία μου΄ωστόσο μέχρι να προλάβω να το διαχειριστώ, η Μαρία η Σιαπατά είχε βγει από την αίθουσα… είχε αποφασίσει να επέμβει. Από τον Σπούτνικ (σ. 280-281).

…………………………………………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανέβασε η Σοφία Λαουτάρη

.”Περίμενε να δεις”, είπε και έλυσε απότομα το σκοινί που συγκρατούσε τα ξύλα στο σαμάρι της φοράδας και, καθώς έπεφταν πάνω στο πλακόστρωτο με μεγάλο θόρυβο, αυτή αφήνιασε. Πηδούσε και τιναζόταν έπάνω κι ο παππούς την κρατούσε με όλη του τη δύναμη. Μετά έκανε το ίδιο με το γάιδαρο, όμως αυτός αδιαφορούσε εντελώς για τον κρότο και για καθετί άλλο γύρω του, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.
“Είναι γέροντας”, είπε ο παππούς, “κι έχουν δει πολλά τα μάτια του. Ό,τι σε τρομάζει σήμερα θα ‘ρθει καιρός που δε θα του δίνεις πεντάρα τσακιστή. Ο φόβος είναι περατάρικος σαν τις αρρώστιες, να το θυμάσαι”.

…………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………..

Ο ηθοποιός Γιώργος Ντούσης διαβάζει από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Καγγελάρη ” Ο Σπούτνικ ταξιδεύει ακόμᨔ

.

…………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………..

Ανέβασε η Μάντυ Κηπουργού

Πόσο κρατάει μια στιγμή στον ουρανό και τι είναι άραγε οι μήνες και τα χρόνια με το κεφάλι μέσα, σκέφτηκε…Είχε σωθεί πια ο καφές, αφήνοντας στο χέρι της άδεια την κούπα, όταν κατέληξε, κατάκοπη και μελαγχολική, στο συμπέρασμα ότι έχουμε παγιδευτεί μετρώντας συμβατικά μια διάσταση χρόνου που δε μας αφορά, μια διάρκειά του πέρα κί έξω από εμάς και κάθε αισθητήριό μας, μικροί μπροστά του κι ανήμποροι να μετρήσουμε αυτό που έχει σημασία για μας΄την ουσιαστική του διάρκεια, αυτή που ορίζει τις μνήμες μας, που φιλτράρει τι θα κρατήσουμε μέσα μας για πάντα, δηλαδή την πυκνότητά του. (σελ. 319)

……………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………….

Ανέβασε η Μάντυ Κηπουργού

Συνιστούσε άραγε απιστία ή μήπως ακόμα και προδοσία σε φίλο η φαντασίωση; Η άποψη του Φίλιου πως δεν ποινικοποιούνται τα όνειρα συνηγορούσε στην απαλλαγή μου, όμως κάτι μέσα μου δεν πήγαινε καλά. Είχα απλώσει το χέρι στο βάζο με το γλυκό κι εκεί ακριβώς αναρωτήθηκα μήπως και ο Γιώργος φαντασιωνόταν ποτέ κορίτσια που ανήκουν στους φίλους του, γι’ αυτό και η σκέψη ότι θα μπορούσε να τρέχει κάτι με τη δική μου Μαρία μου προκάλεσε αναπάντεχα μεγάλη δυσφορία. Από τον Σπούτνικ (σελ. 340-341).

……………………………………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………………………………..

Η μελαγχολία είναι το κορυφαίο ίσως τεκμήριο της ύπαρξης. Μπορεί να γεμίσει στη στιγμή το κενό μέσα σου με τόσα που δεν χωράνε πια και χύνονται κύματα έξω, εικόνες και χρώματα, λέξεις και νότες, να γίνουν γλώσσα να μιλήσει η ψυχή σου. Είναι άραγε όλο αυτό μόνο μια ορμονική έκρηξη στην συσσωρευμένη ερωτική επιθυμία ή μήπως η Νόβα που θα αποτελέσει την αρχή, το Big Bang που από τα συντρίμμια του θα γεννηθούν οι μεγάλες λειτουργίες της ζωής, κάτι που όταν ξεθωριάσει θα το αποζητάμε για την υπόλοιπη ζωή μας με διαρκή νοσταλγία;

Posted in sputnik, Uncategorized | 1 σχόλιο